top of page
Αναζήτηση

Θεραπευτά μου, μήπως δεν είστε θεραπευτής;




Ψυχολόγοι, life coaches, σύμβουλοι σχέσεων προσφέρουν όλοι υπηρεσίες «ψυχοθεραπευτικές», χωρίς να έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα. Ανατομία μιας αρρύθμιστης αγοράς...


Μπορεί ένας ψυχοθεραπευτής να μην έχει διαβάσει Φρόιντ; Ασφαλώς και μπορεί, αφού κανείς δεν θα τον αξιολογήσει. Μήπως ο life coach που σαρώνει στο TikTok δεν έχει σπουδάσει απολύτως τίποτα και βασίζει τις γνώσεις του σε ένα αμφιλεγόμενης ποιότητας σεμινάριο; Πολύ πιθανό. Οσο πιθανό είναι διαδικτυακές συνεδρίες που προσφέρονται έναντι 10-20 ευρώ να οργανώνονται από αυτοδίδακτους δήθεν ειδικούς. Και όσο αναμενόμενο είναι η ταμπέλα «σύμβουλος σχέσεων» να παραπέμπει σε κάποιον πτυχιούχο ανεξέλεγκτου κολεγίου τριετούς φοίτησης, που η μόνη του πραγματική σχέση με την επιστήμη της ψυχολογίας να είναι ότι θαυμάζει τον Γιάλομ.


Το δόγμα «ό,τι δηλώσεις είσαι» ισχύει σε ακραίο βαθμό όταν πρόκειται για τους παρόχους υπηρεσιών στον χώρο της ψυχικής υγείας. Ανεκπαίδευτοι, ανειδίκευτοι και ημιμαθείς «ψυχολογίζοντες» αυτοπροβάλλονται ως «Psys» γενικώς και αορίστως και ψαρεύουν εύπιστους πελάτες στην ψηφιακή κοινότητα, ενώ οι ίδιοι «ψαρεύονται» ως υποψήφιοι εκπαιδευόμενοι από επιτήδειους ιδιωτικών ψυχοθεραπευτικών κέντρων και γκουρού ασιατικών τεχνικών. Η αντιποίηση επαγγέλματος είναι η μία σκοτεινή όψη του φαινομένου. Η άλλη συνδέεται με την έλλειψη κανονιστικού πλαισίου που απελευθερώνει στην αγορά, μαζικά, ψυχολόγους οι οποίοι έχουν το «χαρτί» αλλά όχι την πιστοποιημένη ικανότητα να ασκήσουν το επάγγελμα.


Οι ενστάσεις

Ο πρόεδρος του Τμήματος Ψυχολογίας στο Πάντειο Π. Κορδούτης αναγνωρίζει το πρόβλημα: «Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύσει τους πολίτες της θεσμικά προάγοντας την εξειδικευμένη γνώση, την εμπειρία στο πεδίο και την ετοιμότητα του ψυχολόγου αυξάνοντας τη διάρκεια των σπουδών, απαιτώντας μεταπτυχιακές σπουδές ή μετεκπαίδευση ή περαιτέρω πρακτική άσκηση ή συνδυασμό αυτών για τους νέους ψυχολόγους».


Και εξεγείρεται: «Αντ’ αυτού όμως η Πολιτεία τι έχει πράξει; Παραχώρησε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος σε αποφοίτους κολεγίων με τριετείς σπουδές ψυχολογίας και ελάχιστη ή μηδενική εμπειρία στο πεδίο! Επιτρέπει την άσκηση του επαγγέλματος σε “Συμβούλους Ψυχικής Υγείας” με απλή δήλωσή τους στην εφορία και υπόβαθρο που συχνά ούτε κατ’ όνομα δεν συνδέεται με την ψυχολογία. Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο πολύπλοκα όταν προσθέσουμε όσους ασκούν ψυχοθεραπεία, απαιτητική και σεβαστή επαγγελματική ιδιότητα που όμως δεν είναι ρυθμισμένη στην Ελλάδα (αλλά και σε άλλες χώρες) και μπορεί να ασκηθεί κατά δήλωση, ενώ πιο πρόσφατα προστέθηκαν και οι καλλιεργούντες τη λεγόμενη “προπονητική” (“coaching”), δραστηριότητα που, διεθνώς, πρόσφατα ακόμη απέκτησε υπόβαθρο σπουδών και προοπτική».


Σε όλες τις χώρες υπάρχει εθνικό πλαίσιο ρύθμισης του επαγγέλματος του ψυχολόγου. Στην Ελλάδα το μόνο πλαίσιο είναι η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, η οποία δίνεται από τις υγειονομικές υπηρεσίες των περιφερειών με μοναδική προϋπόθεση την κατοχή του πτυχίου τετραετούς πανεπιστημιακής σχολής ψυχολογίας (και τώρα πια, μέσω της αντιστοίχισης επαγγελματικών προσόντων, και τριετών ιδιωτικών σχολών). Οι κάτοχοι της άδειας έχουν δικαίωμα να ονομάζονται «ψυχολόγοι» και να ανοίγουν γραφείο υποσχόμενοι θεραπευτικές υπηρεσίες τις οποίες δεν είναι σε θέση να προσφέρουν. Με άλλα λόγια, όποιος έχει την άδεια και την οικονομική δυνατότητα να νοικιάσει «χώρο» μπορεί να αναζητήσει πελατεία. «Ο επιστημονικός και επαγγελματικός κλάδος της Ψυχολογίας, που είναι κυρίως υπεύθυνος για την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ψυχοθεραπείας και ψυχολογικής υποστήριξης, εξακολουθεί να είναι αρρύθμιστος», επισημαίνει η αναπληρώτρια καθηγήτρια κλινικής ψυχολογίας στο ΑΠΘ Ευ. Γεωργάκα.


Είναι ελληνική παραδοξότητα. Σε καμία άλλη χώρα του ανεπτυγμένου κόσμου δεν μπορεί κανείς να αυτοπροσδιοριστεί και να πληρωθεί ως ψυχολόγος επειδή απλά τελείωσε μια σχολή, χωρίς εξειδίκευση, μεταπτυχιακή πρακτική άσκηση, εξετάσεις, εποπτεία.


Στην Ελλάδα, άλλωστε, δεν υπάρχει ρύθμιση ούτε σχετικά με τις ειδικότητες της ψυχολογίας. Αυτό σημαίνει ότι οποιοσδήποτε μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως «ψυχοθεραπευτής», «κλινικός ψυχολόγος», «αναπτυξιακός ψυχολόγος», «νευροψυχολόγος» κ.ο.κ. χωρίς κανέναν περιορισμό και καμία κύρωση εφόσον αποδειχθεί ότι ο «τίτλος» δεν ανταποκρίνεται στην εκπαίδευσή του.


Η πολυετής εξειδίκευση σε κάποια επιστημονικά τεκμηριωμένη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, που αναγνωρίζεται διεθνώς (ψυχαναλυτική, γνωστική-συμπεριφοριστική, συστημική, προσωποκεντρική κ.λπ.) είναι απαραίτητη για όσους ενδιαφέρονται για την κλινική άσκηση του επαγγέλματος και αυτή τη στιγμή αποτελεί επικερδή ιδιωτική πρωτοβουλία χωρίς ποιοτικό έλεγχο από κάποιον θεσμικό φορέα. Ετσι, έχει αναπτυχθεί και στον τομέα αυτό μια αγορά πολλών ταχυτήτων, όπου στον πάτο βρίσκονται σχολές που δέχονται πτυχιούχους αδιακρίτως, όχι απαραίτητα σχολών που συνδέονται με την ψυχική υγεία.

 

Η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχει κατοχυρωμένες ειδικότητες στην ψυχολογία. Στη χώρα μας έγινε μια προσπάθεια το 2018 να οριστούν σοβαρά κριτήρια για την ειδικότητα της Κλινικής Ψυχολογίας για την οποία ενδιαφέρεται η συντριπτική πλειοψηφία των αποφοίτων των τμημάτων ψυχολογίας. Η πρόταση εγκρίθηκε από την Επιτροπή Ψυχικής Υγείας και το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας, αλλά δεν προχώρησε εξαιτίας συντεχνιακών αντιδράσεων.


Οι θιασώτες της παραπομπής στην ατομική ευθύνη θα πουν ότι ο πελάτης οφείλει να ελέγχει το βιογραφικό αυτού στον οποίο απευθύνεται. Αλλά ούτε αυτή η ασφαλιστική δικλίδα είναι ακλόνητη. Γιατί υπάρχουν διάφορες τεχνικές κατασκευής πλούσιων βιογραφικών και, κυρίως, δεν υπάρχει μηχανισμός για να ελέγξει την αξιοπιστία τους.


Ο ευρωπαϊκός κανόνας

Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συλλόγων Ψυχολογίας ορίζει ότι η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος πρέπει να δίνεται μετά 6ετείς σπουδές και μεταπτυχιακή πρακτική άσκηση. Αλλά αυτά εδώ δεν περνάνε. Αφού, άλλωστε, δεν υπάρχει για τους ψυχολόγους το αντίστοιχο του ΔΣΑ, του ΙΣΑ ή της ΕΣΗΕΑ. Δεν υπάρχει δηλαδή φορέας (ΝΠΔΔ) που να ρυθμίζει το επάγγελμα. Οι δύο κεντρικοί σύλλογοι (ΝΠΙΔ) ψυχολόγων είναι η Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία (ΕΛΨΕ), που είναι η επιστημονική εταιρεία και ο Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ), που είναι ο επαγγελματικός σύλλογος.


«Αυτό έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ποιότητα και την εγκυρότητα των παρεχόμενων ψυχολογικών υπηρεσιών στο κοινό, με σοβαρές συνέπειες στη δημόσια ψυχική υγεία», σημειώνει η Ευ. Γεωργάκα. Μάλιστα αυτή είναι μια εξαίρεση μέσα στην εξαίρεση καθώς και στην Ελλάδα όλα τα επαγγέλματα υγείας και πρόνοιας πλην ψυχολόγων (π.χ. γιατροί, νοσηλευτές, κοινωνικοί λειτουργοί, εργοθεραπευτές κ.ά.) εκπροσωπούνται από έναν φορέα με κανονιστικές αρμοδιότητες, που ονομάζεται συνήθως Σύλλογος ή Επιμελητήριο.


Το 2008, επί κυβέρνησης Ν.Δ., είχε γίνει μια προσπάθεια να καλυφθεί το κενό αλλά δεν ευδοκίμησε. Τώρα, στο υπουργείο Υγείας γίνεται εκ νέου η σχετική συζήτηση με αβέβαιο αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, χρειάζεται προσεκτική έρευνα για την επιλογή ψυχολόγου, προκειμένου να αποφύγει κανείς στην καλύτερη περίπτωση να χάσει χρήματα χωρίς λόγο και στη χειρότερη να πέσει θύμα κακής πρακτικής.

Κυρίως χρειάζεται τύχη. Γιατί υπάρχει νομοθετημένος Κώδικας Δεοντολογίας Ψυχολόγων (μόλις από το 2019) αλλά δεν υπάρχει τρόπος να διαπιστωθεί η τήρησή του. Αλλωστε, δεν υπάρχει ενιαίο μητρώο ψυχολόγων με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, αλλά ούτε και πειθαρχικό συμβούλιο. Γενικά, δεν υπάρχουν δημόσια δεδομένα με αποτέλεσμα ο πολίτης να μην έχει τη δυνατότητα να προστατευθεί από κομπογιαννίτες ή απλώς ακατάλληλους. «Η ρύθμιση του επαγγέλματος του ψυχολόγου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία της ψυχικής υγείας και την ενίσχυση της ψυχολογικής ευημερίας του πληθυσμού», τονίζει η Ευ. Γεωργάκα.


Ολέθρια λάθη

Σύμφωνα με μαρτυρίες έγκριτων εποπτών άπειρων ψυχολόγων, έχουν συναντήσει ακόμη και επαγγελματίες με ψυχιατρικά προβλήματα που επέλεξαν αυτή τη δουλειά με την ασυνείδητη προσδοκία της αυτοΐασης! Οι ίδιες πηγές γνωρίζουν περιπτώσεις ολέθριων λαθών: Για παράδειγμα, ψυχολόγος διέγνωσε κρίση πανικού ενώ επρόκειτο για αρχή ψυχωτικού επεισοδίου με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η έναρξη θεραπείας και να επιδεινωθεί το πρόβλημα του ασθενούς. Εξίσου ανεύθυνος και ανεπαρκής συνάδελφός του παρακολουθούσε βαριά καταθλιπτικό έφηβο που έκανε, τελικά, απόπειρα αυτοκτονίας χωρίς να έχουν ενημερωθεί οι γονείς του για την κρισιμότητα της κατάστασης.


Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη δεδομένου ότι οι σχολές ψυχολογίας είναι περιζήτητες, ο αριθμός των αποφοίτων είναι «εξωφρενικός» σε σχέση με τις απαιτήσεις της αγοράς, με αποτέλεσμα ο ανταγωνισμός να γίνεται άγριος και να κατασκευάζονται τεχνητές ανάγκες για να διευρυνθεί η αγορά (π.χ., σύμβουλοι προσωπικής ανάπτυξης, αυτοβελτίωσης κ.ο.κ. που υπόσχονται… ευτυχία). Από την άλλη, η υπερπροσφορά ανειδίκευτων εργαζομένων δημιουργεί ένα επιστημονικό προλεταριάτο που αμείβεται άσχημα και εξουθενώνεται ψυχικά αντιμετωπίζοντας πιεστικές συνθήκες εργασίας σε δημόσιες και ιδιωτικές δομές.


2.000 απόφοιτοι τον χρόνο

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια υπήρχαν τέσσερα τμήματα ψυχολογίας, στο ΕΚΠΑ, στο Πάντειο, στο ΑΠΘ και στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Πρόσφατα (2019-2020) ιδρύθηκαν δύο νέα τμήματα, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας στη Φλώρινα. Από την επόμενη χρονιά θα λειτουργήσει Τμήμα Ψυχολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και στο Διδυμότειχο(!) ενώ προετοιμάζεται Τμήμα Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στον Βόλο.


Ενα από τα προβλήματα είναι ότι με τον πολύ μεγάλο αριθμό φοιτητών ανά τμήμα δεν αναπτύσσονται αρκετά μεταπτυχιακά προγράμματα και οι περισσότεροι απόφοιτοι δεν έχουν πρόσβαση στις (ουσιαστικά αλλά όχι τυπικά) αναγκαίες για την άσκηση του επαγγέλματος μεταπτυχιακές σπουδές. Παράλληλα, δυσχεραίνεται η πρακτική άσκηση για όλο και περισσότερους φοιτητές που καταλήγουν συχνά σε μεσοβέζικες λύσεις «γράφοντας» εικονικές ώρες.

Το αποτέλεσμα είναι εις βάρος της δημόσιας υγείας αλλά και των ίδιων των ανειδίκευτων ψυχολόγων που αντιμετωπίζονται σαν παραϊατρικό επάγγελμα στο ΕΣΥ, ενώ π.χ. στη Μεγάλη Βρετανία, οι κλινικοί ψυχολόγοι στο εθνικό σύστημα υγείας έχουν τις ίδιες συνθήκες εργασίας και το ίδιο βαθμολογικό κλιμάκιο με τους γιατρούς. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κλάδος ψυχολόγων στο ΕΣΥ, κατ’ αντιστοιχία με τις υπόλοιπες ειδικότητες των επαγγελματιών υγείας. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προσδιορισμένα καθήκοντα και δυνατότητα εξέλιξης, ούτε φυσικά αξιολόγηση και λογοδοσία. Ολα στο περίπου.


Οι προϋποθέσεις για την άσκηση επαγγέλματος ψυχοθεραπευτή:


ΗΠΑ PhD ή PsyD στην Ψυχολογία (9+ χρόνια σπουδών), απαραίτητη η πρακτική άσκηση (1.500 – 6.000 ώρες)

Καναδάς PhD Ψυχολογίας / PsyD ή Msc/MA στην Ψυχολογία (8+ έτη σπουδών και 5+ έτη πρακτικής άσκησης), εξετάσεις για απόκτηση άδειας

Ηνωµένο Βασίλειο PhD ή PsyD στην Ψυχολογία (8+ χρόνια σπουδών), απαραίτητη η πρακτική άσκηση

Πορτογαλία Master στην Ψυχολογία (3+2+1 χρόνια σπουδών), απαραίτητη η πρακτική άσκηση

Γερμανία Master στην Ψυχολογία (5+ χρόνια σπουδών), απαραίτητη η πρακτική άσκηση

Γαλλία Master στην Ψυχολογία ( 5+ χρόνια σπουδών), απαραίτητη η πρακτική άσκηση

Φινλανδία Master στην Ψυχολογία (5+ χρόνια σπουδών), απαραίτητη η πρακτική άσκηση

Πολωνία Master στην Ψυχολογία (5+ χρόνια σπουδών)

Βουλγαρία Master στην Ψυχολογία (5+ χρόνια σπουδών), απαραίτητη η πρακτική άσκηση

Ιταλία Master στην Ψυχολογία, εθνικές εξετάσεις για απόκτηση τίτλου (3+2) + 1 έτος πρακτικής άσκησης 

Αυστραλία 5 έτη πανεπιστημιακών σπουδών (Msc) + 1 έτος πρακτικής άσκησης





Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

Comentarios


bottom of page